«Ποιά είναι η κατάλληλη ηλικία για τον πρώτο ορθοδοντικό έλεγχο;»
Τα παιδιά πρέπει να υποβάλλονται σε ορθοδοντικό έλεγχο το αργότερο μέχρι την ηλικία των 7 χρόνων. Η έγκαιρη διάγνωση συχνά συνεπάγεται αποφυγή εξαγωγής μονίμων δοντιών κατά την ορθοδοντική θεραπεία και ευκολότερη αποκατάσταση προβλημάτων στις γνάθους ή αποφυγή γναθοχειρουργικής επέμβασης σε περιπτώσεις έντονων σκελετικών προβλημάτων. Επομένως, οι γονείς δεν πρέπει να περιμένουν μέχρι την ολοκλήρωση της ανατολής της μόνιμης οδοντοφυίας, η οποία συμβαίνει συνήθως σε ηλικία 12 χρόνων. Ως γενικός κανόνας ισχύει ότι θέλουμε να έχουμε μπροστά μας την αιχμή της ανάπτυξης των παιδιών, ώστε να την κατευθύνουμε προς όφελός τους σε ό,τι αφορά την ορθοδοντική τους θεραπεία.
«Ποιά είναι η κατάλληλη ηλικία για έναρξη ορθοδοντικής θεραπείας;»
Η κατάλληλη ηλικία για έναρξη της ορθοδοντικής θεραπείας εξαρτάται από τη φύση του προβλήματος και καθορίζεται από τον θεράποντα ορθοδοντικό, αφού γίνει συλλογή στοιχείων από λεπτομερή κλινική εξέταση, μελέτη ακτινογραφιών (συνήθως πανοραμικής και πλάγιας κεφαλομετρικής) και μετρήσεων σε εκμαγεία. Μετά την πρώτο ορθοδοντικό έλεγχο συχνά τα παιδιά υποβάλλονται σε επόμενους ορθοδοντικούς ελέγχους κατα τακτά χρονικά διαστήματα, περιμένοντας τη «σωστή στιγμή» για τη θεραπεία του συγκεκριμένου ορθοδοντικού προβλήματος που παρουσιάζουν.
«Πόσο διαρκεί μια ορθοδοντική θεραπεία;»
Η διάρκεια της ορθοδοντικής θεραπείας ποικίλλει από μερικούς μήνες μέχρι κάποια χρόνια, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα του προβλήματος αλλά και τη συνεργασία του ασθενούς όσον αφορά στη χρήση των μηχανισμών σύμφωνα με τις οδηγίες του ορθοδοντικού, την αποτελεσματική στοματική υγιεινή, την αποφυγή τσιχλών, πολλών γλυκών και σκληρών τροφών.
«Ποιά είναι τα αίτια των ορθοδοντικών προβλημάτων;»
Τα ορθοδοντικά προβλήματα μπορεί να οφείλονται σε κληρονομικά ή επίκτητα αίτια ή σε συνδυασμό των δύο. Για παράδειγμα, μπορεί ένα παιδί να κληρονομήσει μικρές γνάθους από τον ένα γονιό και μεγάλα δόντια από τον άλλο, με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί συνωστισμός δοντιών. Σε αντίθετη περίπτωση έχουμε αραιοδοντία. Στα κληρονομικά αίτια συμπεριλαμβάνονται επίσης σχιστίες, σύνδρομα κ.α. Τα επίκτητα ή περιβαλλοντικά αίτια αναφέρονται σε διάφορες μετά τη γέννηση συνήθειες ή καταστάσεις όπως ο θηλασμός δακτύλου, η παρατεταμένη χρήση πιπίλας ή μπιμπερόν, προώθηση γλώσσας, το δάγκωμα χείλους/νυχιών/μολυβιών, η στοματική αναπνοή (αμυγδαλές/κρεατάκια/άσθμα), η πρόωρη απώλεια παιδικών δοντιών από τραυματισμό ή τερηδόνα κ.α. Υπάρχουν βεβαίως και περιπτώσεις όπου τα αίτια των ορθοδοντικών προβλημάτων δεν είναι τόσο σαφή.
«Τι κατηγορίες ορθοδοντικών προβλημάτων υπάρχουν;»
Τα ορθοδοντικά προβλήματα διακρίνονται σε οδοντικά, σκελετικά ή σε συνδυσμό των δύο. Τα οδοντικά προβλήματα αφορούν στο μέγεθος, το σχήμα, τον αριθμό ή τη σωστή θέση των δοντιών. Προβλήματα στις γνάθους έχουν σχέση με προγναθισμό, χασμοδοντία, ασσυμετρία κ.α., τα οποία επηρεάζουν άμεσα την εμφάνιση και αρμονία ολόκληρου του προσώπου.Είναι επίσης αυτονόητο ότι εφόσον τα δόντια φέρονται μέσα στις γνάθους, η σχέση των δύο γνάθων προβάλλεται και στην οδοντική σύγκλειση. Οπότε πρέπει να γίνει σωστή αξιολόγηση του προβλήματος, ώστε να είναι σωστά στοχευμένη η θεραπεία.
«Τι κατηγορίες ορθοδοντικών μηχανισμών υπάρχουν;»
Οι μηχανισμοί που χρησιμοποιούνται κατά την ορθοδοντική θεραπεία διακρίνονται σε κινητούς (μπορούν να αφαιρούνται και να επανατοποθετούνται από τον ασθενή) και σε ακίνητους (είναι σταθεροί στο στόμα και μπορούν να αφαιρεθούν μόνο από τον ορθοδοντικό). Επίσης υπάρχουν ενδοστοματικοί μηχανισμοί (μέσα στο στόμα) και εεξωστοματικοί μηχανισμοί (στηρίζονται εξωτερικά στο κεφάλι και συνήθως θεραπεύουν σκελετικά προβλήματα). Οι ενδοστοματικοί ακίνητοι μηχανισμοί διακρίνονται σε αυτούς που τοποθετούνται στην εξωτερική πλευρά των δοντιών, στην εσωτερική πλευρά των δοντιών, στους μεταλλικούς ή στους κεραμικούς/διαφανείς. Συνήθως κατά τη διάρκεια μιας ορθοδοντικής θεραπείας γίνεται συνδυσμός διαφόρων μηχανισμών, ανάλογα με το σχέδιο θεραπείας που καθορίζει ο θεράπων ορθοδοντικός.
«Μπορεί να γίνει ορθοδοντική θεραπεία σε ενήλικες;»
Ορθοδοντική θεραπεία μπορεί να γίνει και σε ενήλικες, σε οποιαδήποτε ηλικία, είτε για αισθητικούς είτε για λειτουργικούς λόγους, συχνά σε συνεργασία και με άλλες ειδικότητες της οδοντιατρικής όπως περιοδοντολογία, προσθετική, ενδοδοντία, γναθοχειρουργική. Μάλιστα υπάρχουν πλέον μοντέρνοι «αόρατοι» μηχανισμοί , προσαρμοσμένοι στις αισθητικές απαιτήσεις των ενηλίκων ασθενών,όπως τα κεραμικά διαφανή άγκιστρα, τα άγκιστρα που τοποθετούνται στην εσωτερική πλευρά των δοντιών (lingual orthodontics) ή οι τεχνικές των διαφανών ναρθήκων (Invisalign κ.α.) Η διαφορά σε σχέση με τα παιδιά είναι το γεγονός της ολοκλήρωσης της ανάπτυξης στους ενήλικες, πράγμα που μπορεί να απαιτήσει εξαγωγές δοντιών σε περιπτώσεις πολύ έντονου συνωστισμού ή συνδυασμό ορθοδοντικής-γναθοχειρουργικής σε περιπτώσεις πολύ έντονων σκελετικών προβλημάτων.
«Προκαλεί πόνο η ορθοδοντική θεραπεία;»
Μία ενόχληση κατά τα πρώτα 2-3 εικοσιτετράωρα μετά από κάθε ραντεβού με τον ορθοδοντικό είναι αναμενόμενη. Παρόλ’ αυτά οι περισσότεροι ασθενείς το βιώνουν περισσότερο ως «πίεση» παρά ως «πόνο».
«Μπορεί να χαλάσουν τα δόντια από τα σιδεράκια;»
Προϋπόθεση για τη χρήση ορθοδοντικών μηχανισμών, ιδίως ακίνητων, είναι η τέλεια στοματική υγιεινή, η οποία αν δεν υπάρχει, μπορεί πράγματι να απειλήσει την υγεία και ακεραιότητα των δοντιών και των ούλων. Αυτό σημαίνει ότι ο ασθενής πρέπει να πλένει αποτελεσματικά τα δόντια του (με ορθοδοντική οδοντόβουρτσα, μεσοδόντια βουρτσάκια, φθοριούχο στοματικό διάλυμα) σύμφωνα με τις οδηγίες του ορθοδοντικού του, να αποφεύγει να τρώει γλυκά και τσίχλες και να κάνει τακτικούς καθαρισμούς/φθοριώσεις στον οδοντίατρο ή τον παιδοδοντίατρό του.
«Μπορεί να ξαναστραβώσουν τα δόντια μετά την ορθοδοντική θεραπεία;»
Μπορεί να ξαναστραβώσουν τα δόντια μετά την ορθοδοντική θεραπεία, πολύ σπάνια όμως στο βαθμό που ήταν πριν. Οι λόγοι δεν είναι πάντα σαφείς και δεν υπάρχει τρόπος να αξιολογήσουμε αν, πότε και σε τί βαθμό αυτό θα συμβεί. Μπορεί να οφείλεται σε ιδιαίτερες συνήθειες του ασθενούς, στην ανατολή των φρονιμιτών, σε σφίξιμο των δοντιών από τον ασθενή ή και σε πιέσεις που δέχονται τα δόντια από τη φυσιολογική φθορά στην πορεία του χρόνου. Ο μόνος τρόπος, λοιπόν, να κρατήσουμε σταθερό το ορθοδοντικό αποτέλεσμα είναι να χρησιμοποιούμε μετά το πέρας της ορθοδοντικής θεραπείας συγκρατητικούς μηχανισμούς (κινητούς ή ακίνητους) , σε ρυθμό και βαθμό που καθορίζεται αρχικά από τον ορθοδοντικό και σε βάθος χρόνου μπορεί να τροποποείται και από τον ίδιο τον ασθενή ανάλογα με τη σταθερότητα ή μη που παρουσιάζουν τα δόντια.